Εφαρμογή του

stabiliser στα ελληνικά
stabiliser
λέγεται
σταμπιλιζέ
.
stabiliser
σημαίνει στα ελληνικά
σταθεροποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stabiliser / mettre en palier : οριζοντίωση
- stabilisant / agent stabilisant : στερεοποιητής / σταθεροποιητής
- stabilisant / agent stabilisant : σταθεροποιητές
- stabilisant / agent stabilisant : σταθεροποιητής
- stabilisant : σταθεροποιητής
- non stabilisé : μη σταθεροποιημένος
- agent anti-UV / stabilisant UV : UV σταθεροποιητής
- stabilisants : σταθεροποιητές
- berme latérale / accotement non stabilisé : έρεισμα
- laser stabilisé : σταθεροποιημένο λέιζερ
Subscribe
0 Comments