Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

stand στα ελληνικά
stand
λέγεται
στανντ
.
stand
σημαίνει στα ελληνικά
περίπτερο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stand nu / stand non équipé : περίπτερο χωρίς εξοπλισμό
- autonome / stand alone : αυτοδύναμος
- stand up / plateau : ρεπορτάζ
- stand-oil / standolie : λάδι πολυμερισμένο με θέρμανση εν κενώ ή σε ατμόσφαιρα αδρανούς αερίου
- stand de tir : σκοπευτήριο
- stand équipé : εξοπλισμένο περίπτερο
- stand en dur : περίπτερο με σκληρά τοιχώματα
- stand en kit : περίπτερο έκθεσης μη συναρμολογημένο
- stand de tir : περίπτερο σκοποβολής
Subscribe
0 Comments


