Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

stipulation στα ελληνικά
stipulation
λέγεται
στιπυλασιόν
.
stipulation
σημαίνει στα ελληνικά
ρήτρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stipulation : θέτω όρο
- stipulation : όρος' διάταξη
- clause du contrat de licence / stipulation du contrat de licence : ρήτρα της σύμβασης για την παραχώρηση της άδειας χρήσης / διατάξεις της σύμβασης για την παραχώρηση της άδειας χρήσης
- en dehors des stipulations de la présente Convention : πέραν των ορισμών της παρούσης Σύμβασης
- marchandises non conformes aux stipulations du contrat : εμπορεύματα μη σύμφωνα προς τους όρους του συμβολαίου
Subscribe
0 Comments


