Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

stipuler στα ελληνικά
stipuler
λέγεται
στιπυλέ
.
stipuler
σημαίνει στα ελληνικά
συμφωνώ γραπτώς
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stipules : παράφυλλα
- stipule : παράφυλλο
- les règlements stipulent ... : ο κανονισμός ορίζει ότι ...
- barême d'entraide sans contrat stipulé : αριθμολόγιο αλληλοβοήθειας χωρίς διατυπωμένο συμβόλαιο
Subscribe
0 Comments


