Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

structurer στα ελληνικά
structurer
λέγεται
στρυκτυρέ
.
structurer
σημαίνει στα ελληνικά
δομώ / διαρθρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ROPS / cadre ROPS : αψίδα προστασίας / σύστημα προστασίας σε περίπτωση ανατροπής
- Comité STAR / Comité des structures agricoles et du développement rural : Επιτροπή STAR / Επιτροπή γεωργικών διαρθρώσεων και αγροτικής ανάπτυξης
- rubanement / structure rubanée : ζωνώδης δομή
- supportage / structure support : κατασκευή στήριξης
- câble plat / câble ruban : ταινιοειδές καλώδιο / πεπλατυσμένο καλώδιο
- réseau TTT / structure TTT : δικτύωμα TTT
- réseau TST / structure TST : δικτύωμα TST / δικτύωμα χρόνου-χώρου-χρόνου
- réseau STS / structure STS : δικτύωμα STS / δικτύωμα χώρου-χρόνου-χώρου
- Comité STAR / Comité des structures agricoles et du développement rural : Επιτροπή γεωργικών διαρθρώσεων και αγροτικής ανάπτυξης
- modularité / structure modulaire : αρθρωτή δομή / τμηματική δομή
Subscribe
0 Comments


