Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

subir στα ελληνικά
subir
λέγεται
συμπίρ
.
subir
σημαίνει στα ελληνικά
υφίσταμαι / ανέχομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dégel subit : αιφνίδια τήξη
- charge de pale / efforts subis par les pales : φόρτωση πτερυγίων / καταπόνηση πτερυγίων
- exanthème subit : αιφνίδιο εξάνθημα
- actifs dépréciés / actifs dégradés : απομειωμένο στοιχείο ενεργητικού (Preferred) / απομειωμένο περιουσιακό στοιχείο
- subir un déficit / enregistrer un déficit : πραγματοποιώ έλλειμμα
- sanctions subies : αποτιθείσες ποινές
- subir une voie d'eau / contracter une voie d'eau : παθαίνω διαρροή
- subir un examen médical : υποβάλλομαι σε ιατρική εξέταση
- réparation du dommage subi : αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν τα πρόσωπα
- réparation des torts subis : ανόρθωση της ζημίας
Subscribe
0 Comments


