Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sublime στα ελληνικά
sublime
λέγεται
συμπλίμ
.
sublime
σημαίνει στα ελληνικά
και ο πρώτος / ύψιστος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sublimé / sublimé corrosif : διχλωριούχος υδράργυρος
- sublimé : εξάχνημα
- sublimer : εξαχνούμαι
- soufre sublime : άνθος του θείου
- soufre sublimé / fleur de soufre : άνθη θείου
- méthode au sublimé d'or de Cajal : μέθοδος δι'εξαχνωμένου χρυσού του CAJAL
- mélange au sublimé de Petrunkewitsch : μίγμα του Petrunkewitsch
Subscribe
0 Comments


