Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

substantiel στα ελληνικά
substantiel
λέγεται
συπστανσιέλ
.
substantiel
σημαίνει στα ελληνικά
ουσιαστικός / χορταστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- substantiel : ουσιαστικής σημασίας
- règle de fond / règle matérielle : κανόνας ουσιαστικού δικαίου
- droit matériel / droit substantiel : θετικό δίκαιο / ουσιαστικό δίκαιο' ουσιαστικές διατάξεις δικαίου
- erreur matérielle / erreur substantielle : πραγματικό λάθος / ουσιαστικό σφάλμα
- amendement de fond / amendement substantiel : ουσιώδης τροπολογία
- NPSA / nouveau programme substantiel d'action : νέο ουσιαστικό πρόγραμμα δράσης
- valeur intrinsèque / valeur substantielle : εσωτερική αξία
- pouvoir de marché substantiel / pouvoir de marché significatif : σημαντική δύναμη στην αγορά
- IRS / investissements à recettes substantielles : επενδύσεις που δημιουργούν σημαντικές ροές εσόδων
- modification de fond / changement substantiel : τροποποίηση ουσίας / ουσιαστική τροποποίηση
Subscribe
0 Comments


