Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

substitut στα ελληνικά
substitut
λέγεται
συπστιτύ
.
substitut
σημαίνει στα ελληνικά
υποκατάστατο / αντεισαγγελέας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- substitut / bien de substitution : προϊόν υποκατάστασης
- succédané / substituts industriels : βιομηχανικά υποκατάστατα
- faux sel / substitut du sel : υποκατάστατο αλατιού
- PSC / substituts céréaliers : υποκατάστατα σιτηρών / προϊόντα υποκατάστασης των σιτηρών
- substitut proche / substitut étroit : στενό υποκατάστατο / πλησιέστερο υποκατάστατο
- substitut laitier : υποκατάστατο γάλακτος
- substitut de sucre / édulcorant de charge : μη σακχαρούχο γλυκαντικό
- substitut du sucre : υποκατάστατο ζάχαρης
- substitut imparfait : ατελές υποκατάστατο
- substitut de céréale : υποκατάστατο σιτηρών
Subscribe
0 Comments


