Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

substitution στα ελληνικά
substitution
λέγεται
συπστιτυσιόν
.
substitution
σημαίνει στα ελληνικά
υποκατάσταση / αντικατάσταση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- substitution : αντικατάσταση
- substitution : υποκατάσταση
- substitution / spécialisation universelle : αντικατάσταση / καθολική ειδίκευση
- coût d'option / coût d'opportunité : κόστος ευκαιρίας / εναλλακτικό κόστος
- joker / métacaractère : χαρακτήρας τζόκερ' χαρακτήρας αναπλήρωσης
- coût d'option / coût d'opportunité : κόστος ευκαιρίας / ευκαιριακόν κόστος
- mère porteuse / mère d'accueil : παρένθετη μητέρα / βιολογική μητέρα
Subscribe
0 Comments


