Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

supériorité στα ελληνικά
supériorité
λέγεται
συπεριοριτέ
.
supériorité
σημαίνει στα ελληνικά
ανωτερότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- opérateur SUPERIEUR A / opérateur de supériorité : τελεστής ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ
- supériorité nucléaire : πυρηνική υπεροχή
- supériorité clinique : υπεροχή από κλινική άποψη
- relation de supériorité : υπέρταξη
Subscribe
0 Comments


