Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

support στα ελληνικά
support
λέγεται
συπόρ
.
support
σημαίνει στα ελληνικά
στήριγμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- support : ικρίωμα
- support : κατασκευή στήριξης
- support / sellette : έδρανο ζεύξης
- support / adjuvant : φορέας
- support : ρυθμιζόμενη βάση / ρυθμιζόμενο υποστήριγμα
- support : υπόθεμα
- support : υποστήριγμα
- support : βάση επίστρωσης
- collier / support : κολιέ / δακτυλίδι στήριξης
- support / support de filament : υποστήριγμα / υποστήριξη του νήματος
Subscribe
0 Comments


