Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

surcharger στα ελληνικά
surcharger
λέγεται
συρσαρζέ
.
surcharger
σημαίνει στα ελληνικά
παραφορτώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- surcharge / surcharger : επικάλυψη/επιφανειακές γαίες
- surcharger : υπερφόρτιση / υπερβολική αύξηση φορτίου
- surcharger : γράφω άλλη λέξη επάνω σε άλλη
- surcharger : υπερφορτώνω
- surcharge : υπερφόρτωση
- surcharge / dépassement de capacité : Υπέρβαση
- surcharge / surcharges : κινητόν φορτίον
- surcharge : Υπερφόρτιση
- surcharge : διόρθωση επί του τελικού χάρτη
- surcharge : υπερφόρτιση
Subscribe
0 Comments


