Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

surhausser στα ελληνικά
surhausser
λέγεται
συροσέ
.
surhausser
σημαίνει στα ελληνικά
υπερυψώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arc surhaussé : υπερυψωμένη αψίδα
- courbe surhaussée : υπερυψωμένη καμπύλη
Subscribe
0 Comments


