Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sursis στα ελληνικά
sursis
λέγεται
συρσί
.
sursis
σημαίνει στα ελληνικά
αναβολή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ajournement / sursis d'incorporation : αναβολή / αναβολή από τη στρατιωτική θητεία
- sursis/avec : αναστολή εκτελέσεως της ποινής
- sursis à statuer : αναστολή της έκδοσης αποφάσεως
- sursis à statuer : αναστολή της διαδικασίας
- sursis de paiement : αναστολή πληρωμής
- surseoir à statuer : αναβάλλει την απόφασή της
- sursis de paiement / cessation de paiements : πτωχευτικές εργασίες
- surseoir à statuer : αναστέλλω την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία
- obtention du sursis : αναβολή / αναστολή
Subscribe
0 Comments


