Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

suspension στα ελληνικά
suspension
λέγεται
συσπανσιόν
.
suspension
σημαίνει στα ελληνικά
ανάρτηση / διακοπή / κρέμασμα / αναστολή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- suspension : αναστολή
- suspension : εναιώρημα
- suspension / lampe à suspension : αναρτώμενη λυχνία
- suspension : ανάρτηση
- suspension : αιώρημα
- suspension : προσωρινά εκτός λειτουργίας
- suspension : προσωρινή αναστολή λειτουργίας
Subscribe
0 Comments


