Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tannage στα ελληνικά
tannage
λέγεται
τανάζ
.
tannage
σημαίνει στα ελληνικά
βυρσοδεψία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tannage / corroierie : δέψη
- tannage mixte : μικτή δέψη / μικτή κατεργασία
- tannage sumac : δέψη με σουμάκι
- tannage rapide : ταχεία δέψη
- tannage végétal : φυτική δέψη / φυτική κατεργασία
- tannage minéral : κατεργασία με άλατα / δέψη με ανόργανα άλατα
- tannage végétal : φυτική δέψη
- tannage minéral : ορυκτή δέψη
- tannage combiné : συνδυασμένη δέψηση
- tannage minéral : δέψη με μεταλλικά άλατα
Subscribe
0 Comments


