Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tarissement στα ελληνικά
tarissement
λέγεται
ταρισμάν
.
tarissement
σημαίνει στα ελληνικά
στέρεμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tarissement : ξηρά περίοδος
- période sèche / période de tarissement : περίοδος αγαλακτίας
- courbe de tarissement : καμπύλη αποσβέσεως πλημμύρας
Subscribe
0 Comments


