Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tâtonnement στα ελληνικά
tâtonnement
λέγεται
τατονμάν
.
tâtonnement
σημαίνει στα ελληνικά
ψηλάφισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tâtonnage / tâtonnement : Ψηλάφηση
- méthode par tâtonnements : μέθοδος δοκιμής-σφάλματος
Subscribe
0 Comments


