Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

technologie στα ελληνικά
technologie
λέγεται
τεκνολοζί
.
technologie
σημαίνει στα ελληνικά
τεχνολογία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- technologie : τεχνολογία
- Technologie : Τεχvoλoγίας
- technologie / cours de technologie : τεχνολογία / εκπαίδευση σε θέματα τεχνολογίας
- ERIC CLARIN / infrastructure commune en matière de ressources linguistiques et de technologie en tant que consortium pour une infrastructure européenne de recherche : CLARIN ERIC / Κοινή Υποδομή Γλωσσικών Πόρων και Τεχνολογίας ως Κοινοπραξία Ευρωπαϊκής Ερευνητικής Υποδομής
- cybercriminalité / criminalité informatique : ηλεκτρονικό έγκλημα (Preferred) / εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο
- BRITE/EURAM : BRITE/EURAM
- écotechnologie / technologie environnementale : περιβαλλοντική τεχνολογία
- réseau du G8 / réseau d'information du G8 pour la lutte contre la criminalité liée à la haute technologie : δίκτυο πληροφόρησης της Ομάδας των Οκτώ, το οποίο λειτουργεί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, για την καταπολέμηση του εγκλήματος υψηλής τεχνολογίας
- EUROTECNET / Programme d'action dans les domaines des nouvelles technologies et de la formation professionnelle : EUROTECNET / Πρόγραμμα δράσης στους τομείς των νέων τεχνολογιών και της επαγγελματικής εκπαίδευσης
- PDP / écran plasma : οθόνη πλάσματος
Subscribe
0 Comments


