Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

télescope στα ελληνικά
télescope
λέγεται
τελεσκόπ
.
télescope
σημαίνει στα ελληνικά
τηλεσκόπιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- télescope optique : οπτικό τηλεσκόπιο
- téléscope zénithal : ζενίθιο τηλεσκόπιο
- télescope de Schmidt / appareil photographique de Schmidt : κατοπτρικό τηλεσκόπιο chmidt / φωτογραφικό μηχάνημα Schmidt
- télescope reflecteur : ανακλαστικό τηλεσκόπιο
- télescope à dioptries : τηλεσκοπική διόπτρα
- télescope statioporté : διαστημικό τηλεσκόπιο
- téléscope d'observation : τηλεσκόπιο παρατήρησης
- téléscope de projection : τηλεσκόπιο προβολής
- télescope de navigation : τηλεσκόπιο πλοήγησης
Subscribe
0 Comments


