Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tempête στα ελληνικά
tempête
λέγεται
τανπέτ
.
tempête
σημαίνει στα ελληνικά
θύελλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tempête : ατμοσφαιρική αναταραχή/θύελλα
- tempête : θύελλα
- tempête : καταιγίδα / ισχυρή θύελλα
- tempête : θυελλώδης άνεμος
- tempête / violent orage : βίαιη καταιγίδα / επικίνδυνος καιρός
- tempête : θύελλα / κλίμακα BEAUFORT:10
- lampe-tempête / lanterne-tempête : φανός θύελλας
- pluie d'orage / tempête de pluie : θύελλα / βροχοθύελλα
Subscribe
0 Comments


