Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

tendon στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
tendon
λέγεται
τανντόν
.
tendon
σημαίνει στα ελληνικά
τένοντας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • tendon : τένοντας
  • péritendineum / gaine conjonctive d'un tendon : ενδοτενόντιο
  • tendon du long extenseur du pouce / tendon du LEP : τένοντας του μακρού εκτείνοντα τον αντίχειρα
  • colle de tendon : κόλλα από τένοντα
  • tendon rotulien / ligament rotulien : επιγονατιδικός σύνδεσμος
  • tendon de Cooper : τένοντας Cooper
  • tendon de kangourou : τένοντας του καγκουρώ
  • ouvrages en tendons : τεχνουργήματα από τένοντες
  • tendon de kangourou : τένων του καγκουρώ
  • collagène de tendons : κολλαγόνο τένοντος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments