Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tendre στα ελληνικά
tendre
λέγεται
τανντρ
.
tendre
σημαίνει στα ελληνικά
τρυφερός / τεντώνω / στήνω / απλώνω / τείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tendre : τρυφερός
- touzelle / blé commun : μαλακό σιτάρι
- résineux / bois doux : μαλακή ξυλεία / ξυλεία ρητινούχος, ξυλεία εκ ρητινούχων δένδρων
- tir tendu : άμεσα πυρά
- fil tendu : χορδή
- fil tendu / fil de chaîne tendu : χορδή στημονιού τεντωμένη
- fil tendu / duite tendue : χορδή υφαδιού τεντωμένη
- s'écouler / se tendre : συνεπιπεδώνω
- câble mou / câble lâche : χαλαρό συρματόσχοινο / συρματόσχοινο μη τανυσμένο
Subscribe
0 Comments


