Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

terminaison στα ελληνικά
terminaison
λέγεται
τερμινεζόν
.
terminaison
σημαίνει στα ελληνικά
κατάληξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- terminaison / raccordement : απόληξη
- terminaison : απόληξη / τερματισμός
- terminaison : τερματισμός
- codon stop / codon d'arrêt : κωδικόνιο τερματισμού
- fin de ligne / terminaison de ligne : τερματιστής γραμμής
- charge adaptée / terminaison adaptée : προσαρμοσμένο φορτίο / προσαρμοσμένος τερματισμός
- sortie de drain / terminaison de drain : ακροδέκτης υποδοχής
- terminaison en T : γεφυρωμένη απομάστευση
Subscribe
0 Comments


