Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

terrain στα ελληνικά
terrain
λέγεται
τερέν
.
terrain
σημαίνει στα ελληνικά
οικόπεδο / έδαφος / γήπεδο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sol / pays : χώμα / έδαφος
- terrain : έδαφος
- terrain / infrastructure : έδαφος εδράσεως / έδαφος θεμελιώσεως
- sol sec / terrain sec : ξηρά γη / ξηρό έδαφος
- déblais / découverte : υπερκείμενα
- gagnage / culture à gibier : βοσκότοπος θηραμάτων
- marécage / zone aquatique : υγρότοπος
- lot / parcelle : αγροτεμάχιο
- terrain en friche / friche : ακαλλιέργητο(η) έδαφος (έκταση)
- friche / terrain vague : εγκαταλελειμμένη γη
Subscribe
0 Comments


