Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

terreau στα ελληνικά
terreau
λέγεται
τερό
.
terreau
σημαίνει στα ελληνικά
κοπριά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- humus / terreau : μαυρόχωμα/χούμος
- terreau : κοπρόχωμα
- terreau : φυτικά αποσυντεθειμένα υπολείμματα
- ruclon / compost : κομπόστ / κομπόστα εδάφους
- motte / presse-pot : εδαφοτεμάχιο
- crible à main / crible à terreaux : σίτα / χειροκόσκινο
- terre de gazon / terreau de gazon : χλοόχωμα
- tourne-terreau : αναμικτήρας κοπροχώματος
- doseur pour terreau : δοσίμετρο για κόσκινο
- crible à terreau rotatif : περιστροφικό κόσκινο
Subscribe
0 Comments


