Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

textile στα ελληνικά
textile
λέγεται
τεξτίλ
.
textile
σημαίνει στα ελληνικά
ύφασμα / υφαντουργία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- textile : ύφασμα
- textiles : Υφάσματα
- silionne / fil continu de verre textile : νήμα από συνεχείς ίνες υάλου
- silionne / fibre textile continue : συνεχής υφάνσιμος ίνα υάλου
- verranne / fibre textile discontinue : ασυνεχής ίνα ύφανσης
- tricot / étoffe tricotée : `Yφασμα από υαλοβάμβακα
- moquette / revêtement de sol textile à velours : μοκέτα
- FDITC / Fédération danoise des industries textiles et de l'habillement : FDTCI / Ομοσπονδία δανικών επιχειρήσεων των κλάδων κλωστοϋφαντουργίας και ενδύματος
- RETEX / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : Κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και ειδών ένδυσης
Subscribe
0 Comments


