Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

timbre στα ελληνικά
timbre
λέγεται
τενμπρ
.
timbre
σημαίνει στα ελληνικά
γραμματόσημο / χαρτόσημο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- timbre / droit de sceau : χαρτόσημο
- timbre : επισήμανση
- timbre : σφραγίδα
- timbre / vignette : ένσημο / σφραγίδα
- timbre : χροιά
- timbre : πίεση λέβητα
- PS / timbre : πίεση χρήσης
- emplâtre / timbre transdermique : Διαδερμικό έμπλαστρο
- cachet sec / timbre sec : ανάγλυφη σφραγίδα
- timbre sec : ανάγλυφο αποτύπωμα σφραγίδας
Subscribe
0 Comments


