Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

titre στα ελληνικά
titre
λέγεται
τιτρ
.
titre
σημαίνει στα ελληνικά
τίτλος / à titre de σαν
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- titre / diplôme : δίπλωμα
- titre : τίτλος
- titre / valeur mobilière : αξία / τίτλος
- TACHC / Actifs et crédits adossés à de l'immobilier commercial : τιτλοποιημένο εμπορικό ενυπόθηκο δάνειο
- titre (Preferred) / pureté : τίτλος
- titre : τίτλος νήματος
- titre / certificat : τίτλος παραστατικός τίτλος
- titre / valeur : αξίες / τίτλοι
- titre : βαθμός / τίτλος
Subscribe
0 Comments


