Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

titrer στα ελληνικά
titrer
λέγεται
τιτρέ
.
titrer
σημαίνει στα ελληνικά
τιτλοφορώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dealer / marchand de titres : ντίλερ / έμπορος χρηματιστηριακών τίτλων ή εμπορευμάτων που ενεργεί για ίδιο λογαριασμόν
- titrer / mettre au type : τυποποίηση / προσδίδω ορισμένο τίτλο
- billet / ticket : εισιτήριο
- titrer : γράφω τίτλο / γράφω επιγραφή
- TACHC / Actifs et crédits adossés à de l'immobilier commercial : τιτλοποιημένο εμπορικό ενυπόθηκο δάνειο
- titre / diplôme : δίπλωμα
- titres : ομόλογα και ομολογίες χρέους (debentures)
- titres : χρεόγραφα
- titre : τίτλος
- titre (Preferred) / pureté : τίτλος
Subscribe
0 Comments


