Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

toboggan στα ελληνικά
toboggan
λέγεται
τομπογκάν
.
toboggan
σημαίνει στα ελληνικά
τσουλήθρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- toboggan : Ολίσθηση/ολισθητήρας
- toboggan : τσουλίθρα / επικλινές επίπεδο
- autopont / toboggan : λυόμενη ανισόπεδος διάβασις
- toboggan / rampe de chargement : ιμάντας φόρτωσης / ιμάντας εκφόρτωσης
- toboggan : ελικοειδής κεκλιμένος ανοικτός αγωγός
- toboggans : τσουλήθρες
- barre de toboggan : ράβδος ολισθητήρα διαφυγής
- toboggan à charbon / toboggan combustible : κεκλιμένος αγωγός κάρβουνου
- toboggan d'évacuation / rampe d'évacuation des passagers : εκκένωση με ολισθητήρες
- toboggan déviateur de balles : κυρτός αγωγός φορτοεκφόρτωσης δεμάτων
Subscribe
0 Comments


