Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

torcher στα ελληνικά
torcher
λέγεται
τορσέ
.
torcher
σημαίνει στα ελληνικά
σκουπίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- torchage / brûlage des gaz : καύση σε πυρσό / καύση σε λυχνία
- torche : πυρσός
- torche : φακός / πυρσός
- torche : φλας μπαταρίας
- torche : κεφαλή
- torche / torchère : πυρσός
- torche / torche de brûlage : φλόγα υψικαμίνου
- torche : κορδελλόμορφη δυσλειτουργία αλεξιπτώτου
- lampe torche : φακός / φορητός φανός
- arbre torché : πυρκαγιά κόμης
Subscribe
0 Comments


