Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

toupet στα ελληνικά
toupet
λέγεται
τουπέ
.
toupet
σημαίνει στα ελληνικά
τουπέ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- oignon sauvage / muscari à toupet : άγριο κρεμμύδι
- muscari à toupet : μούσκαρι το πολύκομο
- lavande papillon / lavande stéchade : αγριολεβάντα / λαβαντούλα η στοιχάς
- anastomose préanale / anastomose préanale de Toupet : προπρωκτική αναστόμωσις / προπρώκτιος αναστόμωσις του Toupet
- hippocrépide à toupet : ιπποκρηπία η πολύκομος / ιπποκρηπίς η πολύκομος
Subscribe
0 Comments


