Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

touriste στα ελληνικά
touriste
λέγεται
τουρίστ
.
touriste
σημαίνει στα ελληνικά
τουρίστας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- touristes : τουρίστες
- touriste sexuel : σεξοτουρίστας
- touriste social : τουρίστας που εντάσσεται σε πρόγραμμα κοινωνικού τουρισμού
- classe touriste : τουριστική θέση
- touriste sexuel : σεξουαλικός τουρίστας
- Code du touriste : κώδικας του τουρίστα
- charte du touriste : χάρτης τουριστικής συμπεριφοράς
- code de conduite du touriste : κώδικας τουριστικής συμπεριφοράς
- contrat d'abonnement touristes : τουριστική κάλυψη
- accueil des touristes dans les musées : υποδοχή τουριστών στα μουσεία
Subscribe
0 Comments


