Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tourmenter στα ελληνικά
tourmenter
λέγεται
τουρμαντέ
.
tourmenter
σημαίνει στα ελληνικά
απασχολώ / βασανίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fil tourmenté : στρεψο ίνια
- forme tourmentée : ακανόνιστη μορφή
- tempête de neige / tourmente de neige : χιονοθύελλα
- glace tourmentée : άμορφα σωριασμένος πάγος
- zone de glace tourmentée : ζώνη άμορφα σωριασμένου πάγου
Subscribe
0 Comments


