Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

traité στα ελληνικά
traité
λέγεται
τρετέ
.
traité
σημαίνει στα ελληνικά
συνθήκη / σύμφωνο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- traité : συνθήκη
- Traité : Συνθήκη
- bleuté / traité : επικαλυμμένο / κατεργασμένο
- traité : πραγματεία
- traite : άμελξις / άρμεγμα
- demi / moitié : μισό / μισό σφάγιο
- traité sur le fonctionnement de l'Union européenne / TFUE : ΣΛΕΕ / Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
- Organisation du Traité d'interdiction complète des essais nucléaires / OTICE : Οργάνωση της Συνθήκης για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών / CTBTO
- traite / effet de change : συναλλαγματική
- traite / lettre de change : συναλλαγματική
Subscribe
0 Comments


