Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

transfert στα ελληνικά
transfert
λέγεται
τρανσφέρ
.
transfert
σημαίνει στα ελληνικά
μεταφορά / μετακίνηση / μεταγραφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- transfert : μεταφορά
- cession / transfert : εκχώρηση / μεταβίβαση
- transfert : μετατόπιση
- transfert : αποστολή
- transfert : μετάταξη
- transfert : μετεγγραφή
- relevé / transfert : επείγουσα αναδίπλωση / επείγουσα αναδιανομή
Subscribe
0 Comments


