Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

transi στα ελληνικά
transi
λέγεται
τρανζί
.
transi
σημαίνει στα ελληνικά
ξυλιασμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- transit : υπό διαμετακόμιση
- transit / régime de transit : καθεστώς διαμετακόμισης
- gigue / variation du délai de transit : διακύμανση
- TIR / T.I.R. : ΔΟΜ / Διεθνείς Οδικές Μεταφορές
- transit : διαμετακόμιση
- transit : διέλευση
- transit : διάβαση
- transit : διάβαση / γαστρεντερική διάβαση
Subscribe
0 Comments


