Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tremplin στα ελληνικά
tremplin
λέγεται
τρανπλέν
.
tremplin
σημαίνει στα ελληνικά
βατήρας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tremplin : βατήρας
- tremplin : σανίδα για καταδύσεις
- tremplin de saut : πίστα χιονοδρομικού άλματος
Subscribe
0 Comments


