Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tripoter στα ελληνικά
tripoter
λέγεται
τριποτέ
.
tripoter
σημαίνει στα ελληνικά
βάζω χέρι / πασπατεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
