Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

triturer στα ελληνικά
triturer
λέγεται
τριτυρέ
.
triturer
σημαίνει στα ελληνικά
ζουπάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- triturer : άνοιγμα
- soufre trituré : κονιοποιημένο θείο
- couronne en anneau / face triturante de la couronne : τεχνητή κυπελλοειδής στεφάνη οδόντος
Subscribe
0 Comments


