Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trophée στα ελληνικά
trophée
λέγεται
τροφέ
.
trophée
σημαίνει στα ελληνικά
τρόπαιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trophée : τρόπαιο
- trophée de chasse : κυνηγετικό τρόπαιο
Subscribe
0 Comments


