Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trot στα ελληνικά
trot
λέγεται
τρο
.
trot
σημαίνει στα ελληνικά
au trot τροχάδην
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hippodrome de trot : ιπποδρόμιο τριποδισμού
Subscribe
0 Comments


