Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trotter στα ελληνικά
trotter
λέγεται
τροτέ
.
trotter
σημαίνει στα ελληνικά
τρέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trotte-bébé : περπατήστρα
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
