Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

troupe στα ελληνικά
troupe
λέγεται
τρουπ
.
troupe
σημαίνει στα ελληνικά
στράτευμα / θίασος / ομάδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- VBTP / VBTT : ΤΟΜΠ / τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού
- TAP / forces aéroportées : δυνάμεις αλεξιπτωτιστών
- ATF / avion de transport futur : μελλοντικό μεγάλο στρατιωτικό αεροσκάφος
- train de troupes : αμαξοστοιχία στρατιωτική
- relève des troupes / relève du contingent : περιοδική αντικατάσταση στρατιωτικών δυνάμεων
- chenille en troupes : σκώληξ των αγροστοδών
- troupes aéroportées : δυνάμεις αλεξιπτωτιστών
- transport de troupes : οπλιταγωγό
- troupe de jeunes acteurs : θίασος νέων ηθοποιών
- aérotransport de personnel / transport aérien de troupes : αερομεταφορά ένοπλου προσωπικού
Subscribe
0 Comments


