Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trousse στα ελληνικά
trousse
λέγεται
τρους
.
trousse
σημαίνει στα ελληνικά
εργαλειοθήκη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trousse : σερβίτσιο / θήκη εργαλείων
- trousse : κιτ
- trousser : επεξεργάζομαι την επιφάνεια καλουπιού
- valisette / trousse de documents : φάκελος συνέδρων / ενημερωτικός φάκελος
- boîte de secours / boîte de premier secours : κουτί πρώτων βοηθειών
- trousse à outils : εργαλειοθήκη / θήκη εργαλείων
- trousse à outils : τσάντα εργαλείων
- kit de diagnostic / trousse de diagnostic : αυτοτελή διαγνωστικά τεστ
- trousse d'écolier : βιβλιοφυλάκιο παιδιών / σχολικός χαρτοφύλακας
- trousse de survie : κουτί επιβίωσης
Subscribe
0 Comments


