Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tube στα ελληνικά
tube
λέγεται
τυμπ
.
tube
σημαίνει στα ελληνικά
σωλήνας / σωληνάριο / σωληνάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Tube : Σωληνάριο
- tube : σωλήνα
- tube : κύλινδρος / μασούρι κυλινδρικό
- tube : ανθοδόχη
- tube : σωλήνας
- MTN / malformation du tube neural : έλλειμμα του νευρικού σωλήνα
- tub / tuba : TUBA / χοανοειδές
- ATOP / amplificateur à TOP : ενισχυτής με λυχνία οδεύοντος κύματος / ενισχυτής σωλήνα διαδιδόμενου σήματος
- TOP / tube à ondes progressives : λυχνία οδεύοντος κύματος
- TRC / tube cathodique : λυχνία καθοδικών ακτίνων
Subscribe
0 Comments


