Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

unanime στα ελληνικά
unanime
λέγεται
υνανίμ
.
unanime
σημαίνει στα ελληνικά
ομόφωνος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accord unanime : ομόφωνη συγκατάθεση
- accord unanime : ομόφωνη συναίνεση
- doctrine unanime : ομόφωνη θεωρία
- consentement unanime : ομόφωνη συγκατάθεση
- approbation unanime du Conseil : ομόφωνη έγκριση του Συμβουλίου
Subscribe
0 Comments


