Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vaccin στα ελληνικά
vaccin
λέγεται
βαξέν
.
vaccin
σημαίνει στα ελληνικά
εμβόλιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vaccin : εμβόλιο
- vaccin : εμβόλια
- COST 89 / Comité de gestion COST 89 - "Développement d'un vaccin contre la coccidiose par voie biotechnologique" : COST 89 / επιτροπή διαχείρισης Cost 89 "ανάπτυξη εμβολίου κατά της κοκκιδίωσης μέσω της βιοτεχνολογίας"
- VCDH / vaccin constitué de cellules diploïdes humaines : HDCV / εμβόλιο από ανθρώπινα διπλοειδή κύτταρα
- VVM / vaccin vivant modifié : εμβόλιο με ζωντανό τροποποιημένο ιό
- EVA / vaccin européen contre le sida : EVA / ευρωπαϊκό εμβόλιο κατά του AIDS
- VRA / vaccin antirabique adsorbé : RVA / προσροφημένο αντιλυσσικό εμβόλιο
- VPO / vaccin oral : στοματικό εμβόλιο
- vaccin tué / vaccin inactivé : νεκρό εμβόλιο / αδρανοποιημένο εμβόλιο
Subscribe
0 Comments


